kiki_dimoula[1]

Signe de reconnaissance

Statue de femme aux mains liées

 

Tout le monde t’appelle aussitôt statue

et moi aussitôt je te donne le nom de femme.

 

Tu décores un jardin public.

De loin tu nous trompes.

On te croirait légèrement redressée

pour te souvenir d’un beau rêve,

et prenant ton élan pour le vivre.

De près le rêve se précise :

tes mains sont liées dans le dos

par une corde de marbre

et ta posture, c’est ta volonté

de trouver quelque chose qui t’aide

à fuir l’angoisse du prisonnier.

On t’a commandée ainsi au sculpteur :

prisonnière.

Tu ne peux

peser dans ta main ni la pluie

ni la moindre marguerite.

Tes mains sont liées.

 

Ce n’est pas seulement le marbre qui te garde

comme Argus. Si quelque chose allait changer

dans le parcours des marbres,

si les statues entraient en lutte

pour conquérir la liberté, l’égalité,

comme les esclaves,

les morts

et notre sentiment,

toi tu marcherais

dans cette cosmogonie des marbres

les mains toujours liées, prisonnière.

 

Tout le monde t’appelle aussitôt statue

et moi tout de suite je t’appelle femme.

Non pas du fait que le sculpteur

a confié une femme au marbre

et que tes hanches promettent

une fertilité de statue,

une belle récolte d’immobilité.

À cause de tes mains liées, que tu as

depuis que je te connais, tous ces siècles,

je t’appelle femme.

 

Je t’appelle femme

car tu es prisonnière.

 

Traduit du grec par Michel Volkovitch

in, Kiki Dimoulá : « Le peu du monde, suivi de Je te salue jamais »

Editions Gallimard (Poésie), 2010

 

Σημείο Αναγνωρίσεως

άγαλμα γυναίκας με δεμένα χέρια

 

Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,

εγώ σε πρσφωνώ γυναίκα κατευθείαν.

 

Στολίζεις κάποιο πάρκο.

Από μακριά εξαπατάς.

Θαρρεί κανείς πώς έχεις ελαφρά ανακαθήσει

να θυμηθείς ένα ωραίο όνειρο πού είδες,

πώς παίρνεις φόρα να το ζήσεις.

Από κοντά ξεκαθαρίζει το όνειρο:

δεμένα είναι πισθάγκωνα τα χέρια σου

μ’ ένα σκοινί μαρμάρινο

κι η στάση σου είναι η θέλησή σου

κάτι να σε βοηθήσει να ξεφύγεις

την αγωνία του αιχμάλωτου.

Έτσι σε παραγγείλανε στο γλύπτη:

αιχμάλωτη.

Δεν μπορείς

ούτε μια βροχή να ζυγίσεις στο χέρι σου,

ούτε μια ελαφριά μαργαρίτα.

Δεμένα είναι τα χέρια σου.

 

Και δεν είν’ το μάρμαρο μόνο ο Άργος.

Αν κάτι πήγαινε ν’ αλλάξει

στην πορεία των μαρμάρων,

αν άρχιζαν τ’ αγάλματα αγώνες

για ελευθερίες και ισότητες,

όπως οι δούλοι,

οι νεκροί

και το αίσθημά μας,

εσύ θα πορευόσουνα

μες στην κοσμογονία των μαρμάρων

με δεμένα πάλι τα χέρια, αιχμάλωτη.

 

Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα,

εγώ σε λέω γυναίκα αμέσως.

Όχι γιατί γυναίκα σε παρέδωσε

στο μάρμαρο ο γλύπτης

κι υπόσχονται οι γοφοί σου

ευγονία αγαλμάτων,

καλή σοδειά ακινησίας.

Για τα δεμένα χέρια σου, πού έχεις

όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω,

σε λέω γυναίκα.

 

Σε λέω γυναίκα

γιατ’ είσ’ αιχμάλωτη

 

Τό λίγο τοῦ κόσμου, 1971

 

Voir aussi :

Temps allongé / ΑΝΑΣΚΕΛΟΣ ΧΡΟΝΟΣ (29/03/2020)

Oblivion beach (02/03/2021)